- διακουράζεσθαι
- διακουράζεσθαιGrammatical information: v.Meaning: ἀτενες βλέπειν δια τὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς κόρας λέγεσθαι (Suid., EM 267,24)Origin: GR [a formation built with Greek elements]Etymology: Further unknown.
Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). Robert S.P.. 2010.